Μέσα στο χειμωνιάτικο cafe

7737491e9088ef478f1d605348362e04

Βγήκα από το σπίτι με μάτια κόκκινα από το κλάμα και σώμα να πονάει από την κούραση και την αϋπνία που «χτύπαγε» πλέον 24ωρο. Ο ήλιος είχε χαμηλώσει αρκετά πηγαίνοντας προς τη δύση του. Αυτό δε με εμπόδισε να βγάλω τα μεγάλα μαύρα γυαλιά μου από την τσάντα και να τα φορέσω… με τέτοια κατακόκκινα μάτια δεν κυκλοφορείς εύκολα.

Κατηφόρισα προς το cafe της πλατείας σαν τα κουρασμένα άλογα μετά από κούρσα. Αργά, με το κεφάλι σκυμμένο και μουρμουρίζοντας το αγαπημένο τραγούδι του θείου Τάσου. Μόλις πριν μια ώρα τον είχα «αποχαιρετίσει» μαζί με συγγενείς και φίλους… «Αυτό είναι το τελευταίο σου ταξίδι, θείε… το πιο παράξενο… το πιο μακρινό.» 

Τα πάντα γύρω έμοιαζαν διαφορετικά και οι άνθρωποι πιο κουρασμένοι από την τελευταία φορά, πριν 6 χρόνια, που είχα έρθει στο νησί. Είχα ρίξει μαύρη πέτρα πίσω μου φεύγοντας πριν 15 χρόνια για το εξωτερικό. Γύρισα στο νησί αναγκαστικά όλες κι όλες τρεις φορές. Την πρώτη για να υπογράψω κάτι χαρτιά για μια κληρονομιά. Τη δεύτερη για το γάμο της πρώτης μου ξαδέρφης, που μου ανακοίνωσε μέσω email πως αν δεν εμφανιστώ στο γάμο της, θα πάρει την επομένη μέρα την πρώτη πτήση και θα έρθει να με φτύσει κατάμουτρα μπροστά στους συναδέλφους μου. Και η τρίτη φορά τώρα που… «έφυγε» ο θείος.

Μπήκα στο cafe και κάθισα στο ένα και μοναδικό άδειο σκαμπό του bar. Τα υπόλοιπα ήταν πιασμένα από μια παρέα νεαρών που έπιναν φραπέ, μίλαγαν δυνατά και περίμεναν με αγωνία ν’ αρχίσει ο ποδοσφαιρικός αγώνας. Από έφηβη θυμάμαι αυτό το cafe -που άλλαζε ιδιοκτήτες και ανακαινιζόταν κάθε δυο χρόνια- να μαζεύει φιλάθλους όποτε έδειχνε «μπάλα».

Ζήτησα από τον barman «ένα cappuccino μέτριο με μαύρη ζάχαρη» κι έβγαλα τα θολωμένα μαύρα γυαλιά μου, σκουπίζοντας τα βουρκωμένα μάτια μου. Σήκωσα το «βαρύ» κεφάλι μου κι έριξα μια γρήγορη ματιά στο χώρο γύρω μου. Τον είδα να κάθεται μόνος του σ’ ένα στρογγυλό τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο. Είχε έρθει και στην κηδεία του θείου Τάσου… αλλά από μακριά… δε χαιρέτησε κανέναν μας και ούτε μου μίλησε. Δεν του μίλησα ούτε εγώ αλλά τον κοιτούσα κατά τη διάρκεια, πολλές φορές.

Ο Δημήτρης αγαπούσε πολύ τον θείο μου, αλλά κι ο θείος τον Δημήτρη. Ήταν γειτονόπουλο, είχε «χάσει» τον πατέρα του μικρός κι ο Τάσος τού στεκόταν σαν πατέρας. Τον έπαιρνε μαζί του στο ψάρεμα, στο γήπεδο, στη θάλασσα για μπάνιο… στην εκκλησία την Κυριακή και μετά για παγωτό στην πλατεία. Αρκετές φορές πήγαινα μαζί τους. Μιλούσαμε πολύ… τσακωνόμασταν. Στο τέλος, μ’ ένα χωνάκι παγωτό στο χέρι, ξεχνούσαμε τους καβγάδες και χαμογελούσαμε πονηρά. Ο Δημήτρης ήταν ο πρώτος μου έρωτας… η πρώτη μου μεγάλη, δυνατή σχέση!

Πήρα τον cappuccino στο χέρι και πλησίασα στο τραπέζι του. Έπινε τον ελληνικό του χωμένος στις σκέψεις του. Μόλις με είδε, μου χαμογέλασε…

–Καλώς την! Κάθισε! Έχω να σε δω πολλά χρόνια και λυπάμαι που βρισκόμαστε μια τέτοια στενάχωρη μέρα.

–Δεν πειράζει… Όλα για τους ανθρώπους είναι… και τα καλά και τα κακά, όπως έλεγε κι ο Τάσος!

–Ακριβώς! Είσαι στο εξωτερικό ακόμα; Δουλεύεις; Παντρεύτηκες;

–Ναι, είμαι Λονδίνο! Είμαι καθηγήτρια χορού και… δεν παντρεύτηκα! Για σένα ξέρω πως… είσαι παντρεμένος με τη Χαρά, έχεις δύο παιδάκια και δικό σου μαγαζί με υδραυλικά! Σωστά;

–Ναι! Και περιμένουμε την άνοιξη το τρίτο μας μωρό! Έτσι, για να έχεις όλη την εικόνα!

–Μπράβο! Με το καλό! Την αγαπάς πολύ; Την αγαπάς όπως κάποτε εμένα;

–Την αγαπώ… απλά!

–(…) Φεύγω αύριο για Λονδίνο!

–Η Χαρά είναι στο χωριό, στη μάνα της. Πάμε σπίτι μου να πιούμε ένα ποτάκι… να τα πούμε, να θυμηθούμε τους καυγάδες μας, να γελάσουμε λίγο…

–Πάω στο bar, Δημήτρη, εκεί που καθόμουν πριν! Παίρνω τον cappuccino μου και πάω στο bar! Έχει αρχίσει κι ο αγώνας! Τα λέμε την επόμενη φορά που θα έρθω… ή αν έρθεις να με βρεις!

Τον φίλησα σταυρωτά και σηκώθηκα να φύγω… Μου φώναξε τότε…

–Σαν και σένα δεν αγάπησα καμία… να το ξέρεις! Ακούς;

Όχι! Δεν άκουσα! Δεν ήθελα ν’ ακούσω! Ούτως ή άλλως ήταν τόσο δυνατά η τηλεόραση που η φασαρία των πανηγυρισμών, από το γκολ που μόλις είχε μπει, απλώθηκε παντού και σκέπασε το χώρο. Χαμογέλασα… νομίζω πως θα κερδίσουμε σκέφτηκα και παρήγγειλα ακόμα έναν καφέ!

 

 

0 Comments
Previous Post
362667eb37e920b6473e0b1819118d58
Next Post
ea6f88433e5ac6be553fcce196c1ad6f